Το Ρουσφέτι στην Ελληνική κοινωνία (από την Τουρκική Rüşvet: δωροδοκία .) αναφέρεται στην πρακτική της (συχνά αναξιοκρατικής) εύνοιας κάποιων ατόμων εις βάρος άλλων, ενίοτε με σκοπό την εξαγορά υπηρεσιών. Για παράδειγμα, η «πώληση» ψήφων σε πολιτικούς που αποσκοπούν να κατέβουν σε εκλογές με σκοπό την πρόσληψη στο δημόσιο. Φυσικά, οι έννοιες «πωλητής» και «πελάτης» στην προκειμένη έννοια μπορούν να παρθούν αντίστροφα, π.χ. η πώληση θέσεων με σκοπό την αγορά ψήφων· η έννοια «ανταλλαγή» ίσως να είναι κοντινότερα στην έννοια. Υπό αυτήν τη σκοπιά το Ρουσφέτι μπορεί να αποτελεί μορφή δωροδοκίας.
Σχετική έννοια στην καθομιλουμένη είναι το μέσον, βύσμα, άκρη ή δόντι, η οποία αναφέρεται στο άτομο το οποίο έχει την δυνατότητα να κάνει την χάρη. Mέσον μπορεί να υπάρχει και χωρίς αντάλλαγμα (π.χ. την «πώληση» ψήφων), τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα ή συνειδητά. Το φακελάκι είναι ελαφρώς συγγενική έννοια που αναφέρεται στο ποσό που ανταλλάσσεται κατά τον χρηματισμό παρόχων υπηρεσιών με σκοπό την ευνοϊκή μεταχείριση (συνήθως ακούγεται για τον χώρο τις ιατρικής περίθαλψης).
Άλλη σχετική έννοια είναι η ρουσφετολογία.